
Μου έδωσαν σε διαθήκης στεναγμό κόκκινο μνήμα να φροντίζω
πλάκα στο χρώμα του λυγμού…
...........................................................… τους έρωτές μου να ξορκίζω…
Κι είπα ώσπου στα κρύα του ξαπλώσω το όνομά μου
βόλτες να κάνω στους νεκρούς…
....................................................................… να λέω τα μυστικά μου…
Μίλαγα για αγάπες μου για φθόνους και συνήθειες
κι εκείνοι έκλαιγαν και μου ’λεγαν…
........................................................................… «πονάνε οι αλήθειες…»
Μα δε σταμάταγα να ιστορώ τρόμους, χαρές, λατρείες
και οι νεκροί μου φώναζαν…
........................................................…«το τέλος δεν είναι στις τελείες…»
Κουράστηκα κάποια βραδιά, ξαπόστασα σε μαύρο χώμα
βγήκε χεράκι κάτασπρο…
......................................................................… και μου ’κλεισε το στόμα…
«Μη ξαγρυπνάς με τους νεκρούς…» είπε με κούφια μάτια
«…την πάνω τη ζωή ο θάνατος…
.............................................................................… μοιράζει σε κομμάτια…
Τα νύχια μη βρωμίζεις σκάβοντας σε σάπια χώματα
σε αποσύνθεση θα βρεις…
........................................................................… μόνο ντυμένα πτώματα…
Γυρεύεις να ημερέψεις το φόβο σου με δόσεις
μα η γαλήνη στα μέρη αυτά…
...................................................................… δε βγαίνει στις εκπτώσεις…»
Άγγιξα του νεκρού παιδιού το λαβωμένο νήμα
ορκίστηκα στην αστραπή…
..............................................................................…που φώτισε το μνήμα…
«Γυρίζω πίσω αγέρωχη να σπείρω αυτό που μήνυσες
η αιωνία μου η μνήμη…
............................................................................… γυρεύει νέες θύμησες…»
Τον τάφο της κληρονομιάς ράντισα με το αίμα μου
μπλόφα όλοι οι σταυροί…
........................................................................… που ζώσανε το ψέμα μου…
.











